Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Η συνθηματική επένδυση της χρεοκοπίας του Βασίλη Βαμβακά.

 πηγή: Athens Voice
 "Η αντιπαράθεση κακών-καλών, θυτών-θυμάτων, συστημικού-αντισυστημικού, μνημονίου-αντιμνημονίου υποδηλώνεται πίσω από το «αυτοί» και «εμείς» του συνθήματος αλλά δεν αποτελεί το κύριο στοιχείο του. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το «εμφυλιοπολεμικό» κέλευσμα για την επικράτηση ενός από τα δύο «στρατόπεδα». Άλλωστε οι εμπνευστές του συνθήματος εδώ και καιρό μετέρχονται της πολεμικής ορολογίας ως υποτιθέμενη άμυνα στους εκβιασμούς της κυβέρνησης, των αγορών, των ξένων δανειστών κτλ."

 «Ή εμείς ή αυτοί. Μαζί μπορούμε να τους ανατρέψουμε». Αυτό είναι σίγουρα το σύνθημα που κερδίζει μέχρι τώρα τις εντυπώσεις της προεκλογικής περιόδου που ξεκινάει. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα καταφέρει να ευνοήσει ή όχι το κόμμα που το έχει προτάξει σε αφίσες και συγκεντρώσεις του ως τη μετουσίωση της επερχόμενης εκλογικής σύγκρουσης, αποτελεί μια πρωτοφανή για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα ομολογία, όχι απλά διπολικών αλλά καθαρά διχαστικών προθέσεων.
Ο βασικός λόγος που εντυπωσιάζει και χαράσσεται εύκολα στο μυαλό το δίλημμα που απευθύνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο συνδυασμός της πλήρους ασάφειας και του απόλυτα πολωτικού πνεύματος. Ο ακραίος μανιχαϊσμός που υποκρύπτεται πίσω από το σύνθημα αυτό δεν είναι βέβαια καινούργιος μια και τον έχουμε συναντήσει πίσω από την ρητορική και την πρακτική της αριστεράς που αυτάρεσκα θέλει να αποκαλείται ριζοσπαστική. Τον έχουμε δει να προσωποποιείται από την ηγεσία της όλα αυτά τα χρόνια που εγκαλεί τους πολιτικούς της αντιπάλους για συμπεριφορές μειωμένης εθνικής ευαισθησίας με ένα ύφος πολιτικού «τσαμπουκά» που ξεφεύγει από τα συνήθη πλαίσια του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού (θυμίζοντας συχνά καρικατούρες κουτσαβάκηδων του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου). Την έχουμε δει στην απουσία του Αλέξη Τσίπρα από την ετήσια γιορτή της δημοκρατίας στο Προεδρικό Μέγαρο ως συμβολική αμφισβήτηση της υπάρχουσας κοινοβουλευτικής συνθήκης. Την έχουμε δει στην υιοθέτηση της παρατεταμένης παραφιλολογίας που ήθελε κάποιες «σκοτεινές δυνάμεις» να μη θέλουν τη διενέργεια των εκλογών ευνοώντας την παραμονή της κυβέρνησης του «τραπεζίτη» Παπαδήμου.
Η ανομολόγητη βία που εκλύει το συγκεκριμένο σύνθημα περιστοιχίζεται βέβαια από όλα τα συμφραζόμενα που η «ριζοσπαστική αριστερά» αρέσκεται να χρησιμοποιεί για να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της. Η νεανική γυναικεία φιγούρα που κρατά στην αφίσα το πανό με το συγκεκριμένο σύνθημα, προσπαθεί να καλλωπίσει την επιθετικότητα του συνθήματος με την νεανική ορμή και τη γυναικεία ευαισθησία. Όμως οι λέξεις στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι τόσο δυνατές που η οποιαδήποτε εικόνα υπολείπεται σε συμβολικό βάρος. Η αντιπαράθεση κακών-καλών, θυτών-θυμάτων, συστημικού-αντισυστημικού, μνημονίου-αντιμνημονίου υποδηλώνεται πίσω από το «αυτοί» και «εμείς» του συνθήματος αλλά δεν αποτελεί το κύριο στοιχείο του. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι το «εμφυλιοπολεμικό» κέλευσμα για την επικράτηση ενός από τα δύο «στρατόπεδα». Άλλωστε οι εμπνευστές του συνθήματος εδώ και καιρό μετέρχονται της πολεμικής ορολογίας ως υποτιθέμενη άμυνα στους εκβιασμούς της κυβέρνησης, των αγορών, των ξένων δανειστών κτλ. Η προσπάθεια άλλωστε να υπάρξει ηρωοποίηση θυμάτων και πολιτικό πένθος από το «αντιμνημονιακό» μέτωπο υπήρξε ιδιαίτερα συστηματική το τελευταίο διάστημα: αυτό επιχειρήθηκε με το «σπρώξιμο» των «ιερών τεράτων» της αριστεράς Μίκη Θεοδωράκη και Μανώλη Γλέζου στην πρώτη γραμμή απέναντι στα δακρυγόνα των ΜΑΤ αλλά και την άκομψη εκμετάλλευση της προσωπικής τραγωδίας του 77χρονου συνταξιούχου που αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος.
Η ριζοσπαστικοποίηση όμως και η καταφυγή σε εθνικοπατριωτικές κορώνες δεν αποτελεί μονοπώλιο των αντιμνημονιακών αριστερών κομμάτων. Συνιστά ως γνωστόν το ιδανικό πεδίο ανάπτυξης παλιών ή νέων ακροδεξιών σχημάτων (Ανεξάρτητοι Έλληνες, Χρυσή Αυγή) που ανταγωνίζονται σε αντιιμπεριαλιστικό πάθος και συνωμοσιολογική εφευρετικότητα την αριστερά που βλέπει ότι η «χούντα δεν τελείωσε το 1973». Η όσμωση των δύο χώρων είχε ήδη δρομολογηθεί κάτω από τη σημαία της «Σπίθας» ή την τηλεοπτική σάτιρα του Λαζόπουλου αλλά τώρα παίρνει ακόμη πιο σαφή διάσταση με προεκλογικές προσκλήσεις για συνεργασία.
Οι «χρεoκοπίστας» έχουν κοινό συμβολικό και φαντασιακό οπλοστάσιο. Τελευταία τους διαφοροποίηση μένει το θέμα της μετανάστευσης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε όλα τα άλλα έχουν παρεμφερείς προτάσεις και κυρίως ταυτόσημη επένδυση σε μια κατάσταση πλήρους ανομίας. Από κοινού καλούν σε γενική κατακραυγή και εκλογική αποδοκιμασία του πολιτικού κατεστημένου. Από κοινού στοχεύουν στην καλλιέργεια των πιο θυμικών αντιδράσεων των πολιτών που δοκιμάζονται σκληρά από την κρίση. Από κοινού αμφισβητούν την υπάρχουσα δημοκρατική λειτουργία της χώρας όχι ως αναποτελεσματικής (και άρα διορθώσιμης) αλλά ως κίβδηλης (και άρα απορριπτέας).
Το μέτωπο της χρεοκοπικής πρότασης έχει με σαφήνεια προσδιορίσει την ταυτότητά του (ακόμη και αν για λόγους τακτικής δεν ομολογεί το γεγονός ότι τα παλιά αντιτιθέμενα άκρα βρίσκονται πλέον σε ομόνοια). Αυτό είναι και το μεγάλο πλεονέκτημά του ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Τα πολιτικά κόμματα «εξουσίας» φαίνεται να υποτιμούν την δυναμική αυτή και κινούνται σε προεκλογικούς ρυθμούς άλλων εποχών, αδύναμα για την ώρα να προτάξουν μια εξίσου ισχυρή συμφωνία ή κοινό στόχο. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με άλλα κόμματα που φέρουν φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά δεν διαχωρίζουν ρητά τη θέση τους από τις χρεοκοπικές δυνάμεις.
Το εκλογικό σώμα δείχνει πλήρως αναποφάσιστο, πλήρως εξουθενωμένο από την πολλαπλή έκθεση στους κινδύνους της χρεοκοπίας. Οι συνθήκες οικονομικής κρίσης και ιδεολογικού ιλίγγου που επέφεραν οι ραγδαίες αλλαγές των τελευταίων τριών χρόνων καθιστούν ασαφές το πώς (και αν) θα προσέλθει στις κάλπες της 6η Μαΐου. Οι εκλογές γίνονται σε χρόνο τέτοιο που δεν διευκόλυνε ούτε την ωρίμανση νέων πολιτικών ζυμώσεων ούτε την αναδιάταξη παλιών ιδεολογικών οριοθετήσεων. Το ενδεχόμενο να επιλεγεί η πλευρά των κομμάτων που φλερτάρουν με το απόλυτο κενό και την τέλεια καταστροφή είναι ισχυρό εάν η προεκλογική συζήτηση δεν καταδείξει ακριβώς τι σχεδιάζουν για την επόμενη ημέρα, εάν δεν ληφθούν σοβαρά υπόψη τα διχαστικά συνθήματα και λογικές τους.

* Ο Βασίλης Βαμβακάς είναι λέκτορας Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου