Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Αποχαιρετισμός στον Αχιλλέα


*Γράφτηκε με την πρόθεση να εκφωνηθεί στην εξόδιο τελετή του ξεχωριστού φίλου και μακροχρόνιου συνταξιδιώτη Αχιλλέα Χιωτέλη. Δεν κατέστη δυνατόν η πρόθεση να υλοποιηθεί. Πως ήταν άλλωστε δυνατόν.



Αχιλλέα, καλέ, πολυαγαπημένε! Καλό μου Αχιλλεφέλι.

Στέκομαι εδώ μπροστά σε όλους. Όλους όσοι σ΄αγάπησαν μα και σε πόνεσαν. Όλους αυτούς που αγάπησες και πόνεσες.

Δεν ξέρω αν το φαντάστηκες, τι δύσκολα μου έβαλες.
Γιατί ακριβέ μου φίλε, που να βρω τις λέξεις που σου πρέπει.
Θα ΄πρεπε να το ΄χεις φανταστεί και τώρα ίσως κρυφογελάς με τον μπελά μου. Γιατί εσύ μου το ΄μαθες αυτό.

Την βάσανο των λέξεων, το βάρος και την αξία τους.
Αυτό το βάσανο που σ΄αποθάρρυνε για να βάλεις σε χαρτί τις ατέλειωτες σου ιστορίες, αυτές που ήξερες να λες με τρόπο μαγικό. Αυτές που άνοιγαν παράθυρα να δούμε την ψυχή σου.

Τι ήταν ο Αχιλλέας;Ένας παραμυθάς!
Έτσι σε είπε η Τασούλα η τραγουδιάρα.

Έχει δίκιο. Ήσουν ο παραμυθάς χωρίς να λέει παραμύθια. Τα παραμύθια σου δεν είχαν δράκους, πριγκίπισσες και βασιλιάδες.

Οι ήρωές τους ήταν άνθρωποι μεταξωτοί.

Αχιλλέα μου.

Τό ΄ξερα ότι θα φύγεις,καιρό τώρα. Μα πως να σου έλεγα όλα αυτά ήθελα.
Τυχερός εστάθηκα και βρήκα στην εφημερίδα αυτό που ήθελα.
Ένα αρθράκι με τίτλο “Άνθρωποι μεταξωτοί”
Το έκοψα και στο ΄δωσα.

Έλεγε.

“Δάνειο από τον μακαρίτη ποιητή Νίκο Καρούζο.
Για κάποιους χωριάτες μιλούσε, που γνώρισε στη Λέσβο.
Αγράμματους, αυτός, τους βρήκε σοφούς.
Γιατί; Ήσαν τρυφεροί με τους άλλους, απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, καχυποψία, έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει.
Μεταξωτούς ανθρώπους τούς βάφτισε ο Καρούζος.
Μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Δεν σπεύδουν χαιρέκακα να κάνουν πλάκα, δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους. Δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα που λοιδορείται σε μια παρέα και ας μη είναι φίλος τους.

Πώς τους αναγνωρίζεις; Από μικρές, ασήμαντες κινήσεις στο φέρεσθαι.
Πολύ τυχερός που ξέρω μεταξωτούς ανθρώπους”.

Αυτά έλεγε ο ποιητής.

Τυχερός αυτός αλλά τυχεροί είμαστε και μεις. Ξέρουμε τουλάχιστον ένα.
Εγώ πιο τυχερός.
Ξέρω δύο. Ξέρω αυτή την μάνα κι αδελφή. Αυτή που με τα χέρια έπλαθε αγάπη και στην έστελνε μακαρονάκι χειροποίητο.

Ξέρω και άλλους δυο. Αγόρι και κορίτσι που στο γονεϊκό κουκούλι αναστήθηκαν, μεγάλωσαν και περπατούν στον ίδιο δρόμο. Είναι αυτά τα δύο φύτρα που αλάφρωσαν τον πόνο της εξόδου σου.

Ο πόνος της εξόδου όμως δεν αφορά μοναχά στον μακαρίτη. Θα καταλάβετε το γιατί.

Τον μάλωσα στο τελευταίο μας γλέντι.

-Έτσι θέλω να με θυμάστε μας δήλωσε. Να τραγουδώ και να χορεύω.
-Σιγά να μη μας πεις εσύ πως θα σε θυμόμαστε, του θύμωσα.

Πάντα ήταν μετριόφρων. Υπερβολικά όπως πιστεύω, αυτός και φίλος του ο Σκαλιώτης. Δεν λέω τ΄όνομα. Είναι εδώ και θα τον δυσκολέψω.

Ο Αχιλλεύς ήταν πολλά δεν ήταν ένα. Ήταν ο κατ΄εξοχήν Πολίτης. Πολιτικό ον με κεφαλαίο πι.
Ήταν η ενσάρκωση της γενιάς που πολύ ονειρεύτηκε, πολλά θυσίασε, πολύ πικράθηκε και πλέον αποχωρεί.

Ο επιτάφιος λοιπόν, αυτός που πάσχισα να συνταιριάξω αφορά και στην γενιά μας αφού εκφωνείται προς τιμήν του γνησιότερου και ευγενέστερου εκπρόσωπού της.

Ο Αχιλλεύς θα είναι στο μέλλον, για όσους τον γνωρίσαμε, η προσωποποίηση των αξιών για τις οποίες έχουν χαθεί οι λέξεις.

Πολιτικά μιλώντας, ποιος αλήθεια ήταν. Σε πια πλευρά ανήκε;

Κάποτε καλέ μου ήταν τα πράγματα απλά.
Λάθος!
Έμοιαζαν απλά. Δημοκράτες και φασίστες. Αριστεροί -δεξιοί. Προοδευτικοί - συντηρητικοί.

Τώρα μπλέξαμε. Τις χάσαμε τις λέξεις.
-Αχιλλέα, σε ρωτούσα. Εμείς τώρα είμαστε ακόμα αριστεροί;
-Ναι μου απαντούσες.
-Τι σόι αριστεροί βρε Αχιλλέα;
-Άστο τώρα αυτό Γιαννάκη. Θα το βρούνε άλλοι.

Ήξερες πλέον καλά ότι αν υπάρχει μια αόρατη γραμμή που χωρίζει τους πολίτες σε δύο κόσμους, μια γραμμή που ποτέ δεν σβήνει είναι αυτή όπου στην μια πλευρά, την δική σου πλευρά, βρίσκονται όσοι δεν ευτυχούν, δεν ησυχάζουν όσο υπάρχουν άλλοι που δυστυχούν.

Ήξερες πια καλά ότι στην πλευρά αυτοί δεν βρισκόμαστε μόνο Εμείς μα ούτε στην απέναντι μόνο Αυτοί.

Τώρα πια που λέξεις δεν αρκούν, που τα νοήματά τους έχουν νοθευτεί, τώρα χρειαζόμαστε τα πρόσωπα, την αναφορά σε πρόσωπα. Λίγα, ξεχωριστά.

Κάποτε τραγουδούσαμε το “είμαστε δυο, είμαστε τρεις , είμαστε χίλιοι δεκατρείς”.

Το θυμάσαι.

Παρ΄το τώρα ανάποδα Αχιλλέα μου.

Εδώ είμαστε τώρα.

Γιαυτό θα λέμε.

Είναι δημοκράτης ... όπως ο Αχιλλέας.
Είναι προοδευτικός ... όπως ήταν ο Αχιλλέας.
Είναι λεύτερο και ανεξάρτητο πνεύμα...
Είναι αριστερός ... όπως ....

Ξέρω ότι αν άκουγες θα είχες σκοτεινιάσει από θυμό.

-Έλα σε παρακαλώ! Τι είναι αυτά. (Η μετριοφροσύνη που λέγαμε).
-Αχιλλεφέλι μου, θα απαντούσα. Δεν είμαστε όλοι μεταξωτοί.
Κάπου χρειαζόμαστε κι εμείς. Οι ξερόλες υπεροπτικοί.

Θα σε αφήσω τώρα με λίγους στίχους από τραγούδι ελαφρό. Σε ρυθμό όχι ανατολικό αλλά ευρωπαϊκό. Όχι μόνο για να σε πειράξω για μια ακόμα φορά αλλά γιατί ξέρω ότι οι στίχοι θα σου αρέσουν.

Πάντα έδινες μεγάλη σημασία, πιο πολύ κι από την μελωδία, στα “λόγια”.

“Πόσο φοβάμαι
πως ίσως μια μέρα σε χάσω
και πως να πως να σε ξεχάσω... “

Χαίρε λοιπόν Αχιλλέα.
Φτερούγισε ψυχούλα μου ψηλά. Είσαι πια ελεύθερος.

1 σχόλιο: