Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Η ελληνική εξαίρεση


Μόνο εδώ οι πολιτικές δυνάμεις δεν βρήκαν κοινό παρονομαστή εθνικής συνεννόησης


Του Γιάννη Βούλγαρη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: ΝΕΑ  30 July 2011
Η πρόσφατη Σύνοδος της Ε.Ε. απογοήτευσε τους διεθνείς κύκλους που ποντάρουν στη χρεοκοπία του ευρώ και διέψευσε τις εγχώριες φωνές που είτε επιθυμούν τη χρεοκοπία της Ελλάδας είτε την προκρίνουν ως λύση. Μένοντας πράγματι στον κοινό παρονομαστή των εκτιμήσεων των ξένων και εγχώριων ειδικών, η Ευρώπη έκανε ένα μεγάλο βήμα για τη διάσωση της ευρωζώνης χωρίς να δώσει μια οριστική «συστημική λύση». Η Ελλάδα βγήκε ανακουφισμένη καθώς απομάκρυνε τον κίνδυνο της χρεοκοπίας και εξασφάλισε μια μακρά περίοδο για να ρυθμίσει τα του οίκου της, να ελέγξει δηλαδή τα δημοσιονομικά και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της. Υπάρχει και ένα πρόσθετο πολύ σημαντικό όφελος. Η συνειδητοποίηση εκ μέρους των ευρωπαίων ηγετών και των δανειστών ότι η λύση του ελληνικού προβλήματος πρέπει να περιλαμβάνει μια ουσιαστική αναπτυξιακή βοήθεια όχι μόνο για τη βραχυχρόνια αντιμετώπιση της ύφεσης αλλά για τη μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Μετά τη Σύνοδο Κορυφής της 21/7, η Ελλάδα εξαρτάται περισσότερο από τον εαυτό της. Αυτό είναι το ευτύχημα αλλά και η ανησυχία. Οι διεθνείς αγορές δεν μπορούν πλέον εύκολα να πνίξουν την Ελλάδα, ο μόνος κίνδυνος προέρχεται από το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Από την ανεύθυνη δημαγωγία του πολιτικού - μιντιακού συστήματος και τον ογκούμενο στην κοινωνία αντιπολιτικό λαϊκισμό. Ας το υπογραμμίσουμε με έμφαση. Μέσα στο πανόραμα της κρίσης της ευρωζώνης, η Ελλάδα συνιστά μια θλιβερή πολιτική εξαίρεση. Είναι η μόνη χώρα που έπεσε στη δίνη της κρίσης και οι πολιτικές της δυνάμεις δεν κατόρθωσαν να βρουν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή εθνικής συνεννόησης. Ούτε καν να κατανοήσουν το μέγεθος της κρίσης. Δεν μιλώ για τη διαβόητη συναίνεση με τον Α. Σαμαρά, αλλά το στοιχειώδες καθήκον εθνικής συσπείρωσης των πολιτικών δυνάμεων ώστε να ισχυροποιήσουν διεθνώς τη χώρα. Αυτό έκαναν η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία. Στη Γερμανία επίσης, λίγο πριν από την κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής, η ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος δήλωσε ότι προκειμένου να σωθεί το ευρώ θα στηρίξει κοινοβουλευτικά όποιον συμβιβασμό κάνει η κυβέρνηση Μέρκελ.

Πού οφείλεται αυτή η θλιβερή ελληνική εξαίρεση; Ασφαλώς στην παγιωμένη παράδοση του μικροκομματισμού, στην επικράτηση του αρνητισμού, της ψευτοπόλωσης και της αφόρητης δημαγωγίας ως πολιτικού ύφους της μεταπολιτευτικής περιόδου. Και δομικότερα, στην ενισχυμένη αυτονομία που είχε το ελληνικό πολιτικοκομματικό σύστημα έναντι της κοινωνίας και της οικονομίας, γεγονός που επέτρεπε την εκδήλωση σε αυτό το επίπεδο αυθύπαρκτων και αυτοτελών συγκρούσεων, είτε ερήμην είτε εις βάρος του γενικού συμφέροντος. Ας μη βιαστούμε όμως να επιρρίψουμε όλες τις ευθύνες στις πολιτικές ηγεσίες και τα κόμματα. Εδώ κακοφορμίζουν παλαιές πληγές και δοκιμάζονται βαθύτερες έννοιες - σύμβολα. Οπως, π.χ., το έθνος. Ξέρουμε ότι ο ελληνικός εθνικισμός είχε συχνά μια αμυντική λειτουργία, παρήγαγε ένα φοβικό και περιχαρακωμένο «εμείς» έναντι πραγματικών ή φαντασιακών εχθρών. Σήμερα όμως διαπιστώνουνε ότι στην κορύφωση της κρίσης αυτό το «εμείς» στένεψε τόσο ώστε να αναφέρεται μόνο στον «κλάδο μου», στη «συντεχνία μου», στο «κόμμα» μου, στην οικογένεια ή στο άτομό μου, νομιμοποιώντας την αδυσώπητη φυσικότητα με την οποία η μία ομάδα επιτίθεται στην άλλη και όλες από κοινού στην κοινή προσπάθεια ανάκαμψης. Τόνοι εθνικής ρητορείας, ατέλειωτες διατριβές περί της ελληνικότητας, αδυνατούν σήμερα να παραγάγουν ένα στοιχειώδες αίσθημα αλληλεγγύης έναντι του κοινού κινδύνου και ένα υπόβαθρο κοινωνικής συνοχής. Σαν το έθνος να ήταν ευχάριστο παραμύθι για την εποχή των παχέων αγελάδων, όταν η κοινωνική ανοδικότητα και η ευμάρεια ομογενοποιούσαν την κοινωνία, και στην εποχή των ισχνών αγελάδων να μετατράπηκε σε ψευδεπίγραφο σύμβολο.

Αλλη ενδημική τάση του κοινωνικοπολιτικού μας βίου που αναθερμάνθηκε με την κρίση είναι ασφαλώς ο αντιπολιτικός λαϊκισμός, η διάχυτη δηλαδή καχυποψία και καταγγελία της «επίσημης πολιτικής», των «πάνω», των πολιτικών και γενικότερα των ελίτ. Με την ίδια ευκολία που η κοινωνία και οι συντεχνίες συναλλάσσονταν μαζί τους στην εποχή των παχέων αγελάδων επ' αμοιβαίω όφελος, με την ίδια ευκολία τώρα επιτίθενται εναντίον τους, χρεώνοντάς τους κατά απόλυτο και γι' αυτό άδικο τρόπο τις ευθύνες για την κρίση. Είναι μια εκδήλωση της παλαιάς αντιφατικής συνύφανσης της «κρατολατρείας» με τον αντικρατισμό. Η διάλυση των μεγάλων κοινωνικών οργανώσεων και η απαξίωση των συνδικαλιστικών ηγεσιών ενισχύουν τον αντιπολιτικό λαϊκισμό και την ατομιστική αναρχοειδή κινητοποίηση που επενδύονται ιδεολογικά με όλες τις διαθέσιμες στο συλλογικό φαντασιακό αναπαραστάσεις. Τον «καλό λαό» ή την «καλή κοινωνία πολιτών» που αντιπαρατίθενται στους «ισχυρούς», στους «ξένους» και στους κακούς πολιτικούς. Τη βία που επιζητεί να νομιμοποιηθεί σαν απάντηση στη «βία του συστήματος», αδιαφορώντας για τις κατακτημένες ηθικές και πολιτικές αξίες της δημοκρατίας. Την «ταξική πάλη» που ως έννοια και κατάσταση ξεχειλώνει ιδεολογικά για να περιλάβει πολύ συζητήσιμες από την άποψη του γενικού συμφέροντος κοινωνικές διεκδικήσεις και συγκρούσεις.
Τα πιο πάνω φαινόμενα τροφοδοτούν μια έρπουσα κρίση νομιμοποίησης του κράτους, που γίνεται απτή στην αθέτηση των αμοιβαίων υποχρεώσεων κράτους - πολίτη (άρνηση πληρωμής των φόρων, αλλά και απαράδεκτη καθυστέρηση του κράτους να καταβάλει τις οφειλές του στους ιδιώτες), στη διάχυση των παντοειδών ανομικών συμπεριφορών, στην κρίση κύρους των κεντρικών κρατικών θεσμών, καθόσον η Δικαιοσύνη δικάζει με καθυστέρηση χρόνων και η Αστυνομία έχει επιλέξει τη σύγκρουση δακρυγόνο εναντίον μολότοφ χάνοντας βαθμιαία το πλεονέκτημα της στολής, δηλαδή του κράτους.

Είναι φανερό ότι πίσω από αυτήν την έρπουσα και εξαιρετικά επικίνδυνη κρίση νομιμοποίησης του κράτους βρίσκεται η απώλεια προσανατολισμού της ελληνικής κοινωνίας, η αίσθηση αδιεξόδου και προοπτικής. Θα ήταν ανόητο να θεωρήσουμε ότι μια σκληρή οικονομική πολιτική που είναι υποχρεωμένη να αλλάξει σε ελάχιστο χρόνο κακοδαιμονίες δεκαετιών θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς μαζικές αντιδράσεις, χωρίς βίαιες συγκρούσεις, χωρίς πολλαπλό πολιτικό κόστος. Η διαφορά είναι αν αυτή η συγκρουσιακή κατάσταση τείνει προς τη διαυγέστερη διατύπωση των πραγματικών διλημμάτων, τη δόμηση ρεαλιστικών εναλλακτικών σχεδίων, επιλογών και συμμαχιών ή αν, αντιθέτως, παροξύνει όλα τα αρνητικά στερεότυπα και τις κακοδαιμονίες του πολιτικοκοινωνικού μας βίου. Σήμερα συμβαίνει το δεύτερο. Μπορεί να αντιστραφεί αυτή η τάση; Το νέο σκηνικό που δημιούργησε η Σύνοδος Κορυφής, η περίφημη πλέον «ανάσα» που μας έδωσε, βαθιά ή όχι, βοηθά. Είναι φανερό ότι η ενδεχόμενη αναστροφή δεν θα έρθει από τις αντιπολιτεύσεις, καθώς η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν επενδύσει ανοιχτά και καθαρά στην μικροκομματική εκμετάλλευση της κρίσης. Ετσι, η πιθανότητα αναστροφής βρίσκεται στα χέρια της κυβερνητικής παράταξης. Στη συνοχή της, στην αποφασιστικότητά της και στην ικανότητά της να ανασυγκροτήσει την πλειοψηφούσα στάση ανοχής της κοινής γνώμης που είχε σχηματιστεί τους πρώτους μήνες όταν έγινε αντιληπτό το μέγεθος της κρίσης. Να συναντηθεί δηλαδή με τις υπάρχουσες κοινωνικές δυνάμεις που επιμένουν να εντάσσουν την ατομική, οικογενειακή ή συλλογική αγωνία σε μια ευρύτερη οπτική γενικού συμφέροντος και εθνικής ανασύνταξης.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου