Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Μεταξύ συναίνεσης και χρεοκοπίας

Το µεταδικτατορικό πολιτικό σύστηµα θεµελιώθηκε στη βάση ενός µείζονος γεγονότος: της συντριβής των µετριοπαθών πολιτικών δυνάµεων (η ΕΚΝ∆ και η Ε∆ΗΚ στο εσωτερικό του Κέντρου, το ΚΚΕ Εσωτερικού στο εσωτερικό της κοµµουνιστικής Αριστεράς). Αυτή υπήρξε η συνθήκη εδραίωσης της µεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής. Εκτοτε, η αρχή ότι «αποτελεσµατική αντιπολίτευση είναι η αδιάλλακτη αντιπολίτευση» δεν διαψεύστηκε ποτέ. Αναµφίβολα, µια τέτοια αντίληψη δεν ευνοεί τον σχηµατισµό συµµαχικών κυβερνήσεων. Ωστόσο βαρύ σφάλµα διαπράττουν όσοι θεωρούν ότι η κουλτούρα πόλωσης εξηγεί την απουσία συνεργασιών. Στην πραγµατικότητα, ο εκλογικός νόµος ερµηνεύει πολύ καλύτερα την απουσία συνεργατικού πνεύµατος. Η φιλοσοφία των εκλογικών συστηµάτων της Μεταπολίτευσης δεν προωθούσε απλώς την αυτοδυναµία αλλά, σε µεγάλο βαθµό, την παρήγε. Με δεδοµένη την πριµοδότηση του πρώτου κόµµατος, τα µεγάλα κόµµατα είχαν συµφέρον να επιλέγουν στρατηγικές µη συνεννόησης, διότι αυτές – και µόνον αυτές – ωθούσαν, µε την απειλή της ακυβερνησίας, ένα τµήµα του εκλογικού σώµατος στο κόµµα που ήταν πιο κοντά στην αυτοδυναµία. Κανένα κόµµα στον κόσµο δεν είναι τόσο ανιδιοτελές ώστε να επιλέξει µια στρατηγική που αποφέρει λιγότερες ψήφους όταν ο εκλογικός νόµος ευνοεί µια στρατηγική που αποφέρει περισσότερες. Τα «κλαψουρίσµατα» για την έλλειψη κουλτούρας συνεργασιών παραβλέπουν τη λογική των θεσµών.

Τα προηγούµενα καθιστούν προφανή την απάντηση στο ερώτηµα αν µπορούν τα κόµµατα να «αντέξουν» τη λογική κυβερνήσεων συνεργασίας. Η απάντηση είναι ένα κατηγορηµατικό «ναι». Υπό τον όρο ότι θα συντρέχει τουλάχιστον µία από τις δύο προϋποθέσεις που ακολουθούν: α) κανένα κόµµα να µη βρίσκεται κοντά στο κατώφλι του 38%-40% (το ποσοστό που δίνει αυτοδυναµία σύµφωνα µε τον ισχύοντα εκλογικό νόµο) ή β) αλλαγή του εκλογικού νόµου στην κατεύθυνση ενίσχυσης της αναλογικότητας. Και στις δύο περιπτώσεις ο σχηµατισµός συµµαχικών κυβερνήσεων θα καταστεί αναπόφευκτος. Με κριτήριο τη σηµερινή εξασθένηση του δικοµµατισµού, η πιθανότητα κυβερνητικών συνδυασµών έχει ενισχυθεί σηµαντικά.

Με τον σχηµατισµό της κυβέρνησης Παπαδήµου οι κυβερνήσεις συνεργασίας βγήκαν ξαφνικά στη µόδα. Στη δύσκολη αυτή στιγµή της ελληνικής ιστορίας είναι σηµαντικό να µη χάσουµε τη µεγάλη εικόνα. Τρεις σταθερές την ορίζουν:

1) Η πολιτική των διαδοχικών µνηµονίων απορρίπτεται από τη µεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Η απόρριψη αυτή έχει όλα τα χαρακτηριστικά µιας «βαριάς τάσης». Είναι µη αναστρέψιµη. Οι διαφορετικοί συνδυασµοί περιστάσεων και συµµαχιών µπορούν πρόσκαιρα να µειώσουν ή να διευρύνουν το µέγεθος της απόρριψης. ∆εν θα αλλάξουν όµως το πανίσχυρο αυτό δεδοµένο. Οι µελλοντικές οικονοµικές πολιτικές, στο µέτρο που αποτελούν παραλλαγές των πολιτικών που ασκήθηκαν ως σήµερα, θα βρεθούν αργά ή γρήγορα αντιµέτωπες µε ένα µέτωπο δυσπιστίας και άρνησης. Αυτό το πρόβληµα θα αντιµετωπίσει αργά ή γρήγορα και η νέα κυβέρνηση. Η «πολιτική συνθήκη» (πλειοψηφική στήριξη ή ανοχή) δεν υπάρχει. Χωρίς την «πολιτική συνθήκη» καµία οικονοµική στρατηγική δεν θα επιτύχει.

2) Αρα, χρειάζεται τροποποίηση του µείγµατος οικονοµικής πολιτικής. Ωστόσο οι προϋποθέσεις για µια τέτοια αλλαγή δεν υπάρχουν αυτή τη στιγµή στην Ευρώπη (και γενικότερα στο στρατόπεδο των δανειστών). Επιπλέον, ως αποτέλεσµα των αποτυχιών της κυβέρνησης Παπανδρέου και, ιδιαίτερα, του πρόσφατου διπλωµατικού φιάσκου, η διαπραγµατευτική ικανότητα του ελληνικού κράτους έχει, στην παρούσα τουλάχιστον φάση, εκµηδενιστεί. Αν η ελληνική «πολιτική συνθήκη» καθιστά µεσοπρόθεσµα µη υλοποιήσιµη την πολιτική που έχει συµφωνηθεί µε τους εταίρους µας, η ευρωπαϊκή «πολιτική συνθήκη» καθιστά µη υλοποιήσιµη την αλλαγή αυτής της πολιτικής. Ως συνέπεια, η ένταση ανάµεσα στην περιορισµένη ικανότητα υλοποίησης των συµφωνηθέντων και στην απαίτηση τήρησής τους θα οξύνει εκ νέου, σύντοµα ή λιγότερο σύντοµα, τη δύσκολη σχέση Ελλάδας - Ευρώπης. Η πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα ξαναβγεί στην επιφάνεια.

3) Η οικονοµική κρίση στη χώρα µας, αλλά και στην Ευρώπη, έχει µακροχρόνια χαρακτηριστικά και στη διάρκειά της, όπως εύστοχα επισηµαίνει ο Γιάννης Βούλγαρης, «θα καούν διάφορες κυβερνήσεις» («Τα Νέα», 5-6.11.2011). Θα καούν επίσης πολλές κοµµατικές ηγεσίες. Υπό την πίεση που ασκεί η λαϊκή δυσαρέσκεια, οι εταίροι των κυβερνητικών συνασπισµών θα τείνουν να µετακυλίσουν ο ένας στον άλλον το πολιτικό κόστος. Οι τριβές είναι πιθανό να αυξηθούν, το ίδιο και η αλληλοϋπονόµευση των εταίρων. Ο κίνδυνος «απώλειας πολιτικού ελέγχου» θα εµφανιστεί εκ νέου. Το πολιτικό πεδίο στην Ελλάδα έχει µετατραπεί σε ναρκοπέδιο για τα κυβερνητικά κόµµατα. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας θα είναι κρίσιµος. Οπως ο παίκτης της ρουλέτας, ο Λουκάς Παπαδήµος έχει τις πιθανότητες εναντίον του. Η επιλογή του Λουκά Παπαδήµου απέτρεψε τη φάρσα µιας κυβέρνησης συνεργασίας χωρίς πρωθυπουργό. Η Ελλάδα, µε τη νέα κυβέρνηση, κερδίζει οικονοµικό χρόνο που ίσως αποδειχθεί σηµαντικός διότι, σε µια κρίση συστηµική (µε την Ιταλία πλέον στο επίκεντρο), θα µπορούσαµε να διεκδικήσουµε µια διάσωση µε άλλους όρους. Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι θα έχουν έναν πραγµατικό συνοµιλητή, και αυτό είναι πολύτιµο και για τους ίδιους και για την Ελλάδα. ∆υστυχώς, αυτός ο συνοµιλητής είναι φορέας µιας οικονοµικής κουλτούρας που ως σήµερα αποδείχθηκε ότι δεν είναι σε θέση να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Η εµπιστοσύνη δεν θα κρατήσει πολύ.

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας µειώνουν την παραγωγή πολιτικής ανοησίας που προκαλεί µια µακρά παράδοση τυφλής συγκρουσιακής κουλτούρας. Ταυτόχρονα, διευρύνουν το πεδίο δράσης των δηµαγωγών. Η πολιτική τάξη της χώρας δεν θα κριθεί από την ικανότητά της να συνεργαστεί. Θα κριθεί από την ικανότητά της να απαντήσει στο πρόβληµα της χρεοκοπίας. Από τη διατύπωση εθνικής στρατηγικής. Η αλλαγή πολιτικής και η εκµετάλλευση των διεθνών δυνατοτήτων (που θα προσφέρει η µακρά συγκυρία της παγκόσµιας κρίσης) θα αποτελέσουν το µέτρο της επιτυχίας της.

Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου